Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

«Άρχοντας των όπλων»: Ο Ερντογάν ενισχύει την στρατιωτική βιομηχανία της Τουρκίας

Την ώρα που η Τουρκία βρίσκεται σε μια κατάσταση απομόνωσης από την Ευρώπη και δέχεται διεθνώς έντονη κριτική για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θέλει να ενισχύσει αποφασιστικά την στρατιωτική βιομηχανία της χώρας. Τούρκοι αξιωματούχοι διακινούν διαρκώς την πληροφορία ότι η χώρα είναι έτοιμη να υπογράψει συμβόλαιο πώλησης αμυντικών εξοπλισμών ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων - το μεγαλύτερο στην ιστορία της χώρας. Η συμφωνία, που είναι με την Σαουδική Αραβία και μια ακόμη χώρα που δεν κατονομάζεται, αφορά πρωτίστως θαλάσσια συστήματα. 
Παρόλο που οι εξαγωγές οπλικών συστημάτων της Τουρκίας έχουν διπλασιαστεί από το 2011 μέχρι το 2016, σύμφωνα με το stratfor, τα κόστη των συμφωνιών δεν ξεπερνούσαν το 1,68 δισεκατομμύρια δολάρια (2016), ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό μικρότερο του 1% των παγκόσμιων εξαγωγών όπλων. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο, δεν αποσκοπεί μόνο στην τόνωση των εξαγωγών της, αλλά και στην επιθυμία της Άγκυρας να εδραιωθεί στην βιομηχανία της άμυνας. 
Υπάρχουν τρεις λόγοι, σύμφωνα με το stratfor, που η Τουρκία θέλει να πετύχει αυτόν τον στόχο. Ο πρώτος είναι η εξοικονόμιση πόρων και η τόνωση της οικονομικής ανάπτυξης. Η Τουρκία διατηρεί τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, γεγονός που απαιτεί σοβαρές επενδύσεις σε εξοπλισμό. Η Άγκυρα σχεδιάζει να ρίξει ακόμη περισσότερα κεφάλαια στις στρατιωτικές υποδομές της επισπεύδοντας ταυτόχρονα τον εκσυγχρονισμό του ψυχροπολεμικού εξοπλισμού της. Η επιτυχημένη ανακίνηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας θα παράξει υλικό για τις ένοπλες δυνάμεις, ενώ ταυτόχρονα θα αποταμιεύσει κεφάλαια που θα είχαν διαφορετικά δαπανηθεί στην αγορά εξοπλισμού από το εξωτερικό. Παράλληλα, θα δώσει ώθηση στην εγχώρια βιομηχανία και στην τουρκική οικονομία εν γένει. 
Ο δεύτερος λόγος είναι πως η Τουρκία ελπίζει να ενδυναμώσει την ανεξαρτησία της και αυτάρκειά της. Η Άγκυρα ιστορικά βασιζόταν στους συμμάχους της εντός του ΝΑΤΟ για αγορά όπλων, κυρίως από τις ΗΠΑ και την Γερμανία, αν και κάποιες φορές η αγορές δεν εγκρίνονταν. To 2014 το αμερικανικό Κογκρέσο απέτρεψε την μεταφορά δυο φρεγατών που ήταν εξοπλισμένες με πυραύλους προς την Τουρκία, προβάλλοντας ως επιχείρημα την εχθρική στάση της Τουρκίας προς το Ισραήλ και την αντίθεσή της στο ενδιαφέρον αμερικανικών εταιρειών να αναζητήσουν πετρέλαιο στην Κύπρο. Το ίδιο Κογκρέσο εμπόδισε την πώληση drone στην Τουρκία, κάτι που οδήγησε τη χώρα να αναζητήσει μόνη της ένα δρόμο και να χτίσει το δικό της drone το 2008. H Γερμανία απέρριψε συμφωνίες με πρόσχημα τις αμφιβολίες της για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη γειτονική χώρα. Από το 2010 έως το 2015, η Τουρκία είχε δεχθεί 8 απορρίψεις. Όμως από τον Νοέμβριο του 2016 έχει δεχθεί ακόμη 11! Θέλοντας, λοιπόν, ο Ερντογάν να είναι η Τουρκία αυτάρκης μέχρι το 2023, στρέφεται στην εγχώρια βιομηχανία. 
Τέλος, η Τουρκία επιζητά να ενισχύσει τις αμυντικές εξαγωγές της. Περάν των προφανών οικονομικών συμφερόντων, οι πωλήσεις όπλων είναι ένας κομβικός τρόπος με τον οποίο η Άγκυρα μπορεί να αναπτύξει στενές και μακροχρόνιες σχέσεις με πελάτες, αποσκοπώντας στις καλύτερες σχέσεις εν γένει. Για παράδειγμα, η Τουρκία έχει καταπιαστεί με τη βελτίωση των σχέσεών της με τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας στον Κόλπο, ανάμεσα στις οποίες είναι η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ - όπου και θέλει να κάνει τις πρώτες πωλήσεις. 

Ο ρόλος του Ερντογάν

Οι συνταγματικές αλλαγές που προώθησε ο Τούρκος Πρόεδρος με το δημοψήφισμα του Απριλίου του 2016, ενίσχυσαν την εξουσία του και τον έλεγχό του πάνω στις αμυντικές δαπάνες. Πλέον, για παράδειγμα, η Εκτελεστική Επιτροπή Αμυντικής Βιομηχανίας υπάγεται στην προεδρία. Αυτές οι θεμελιώδεις αλλαγές θα λειτουργήσουν, σύμφωνα με τους αναλυτές, καταλυτικά προς την ανάπτυξη της βιομηχανίας όπλων. 
H Τουρκία θέλει να εγκαθιδρύσει μια αξιοσέβαστη βιομηχανία βασισμένη σε ένα ευρύ φάσμα στρατιωτικών προγραμμάτων, από κάποια από τα οποία ο Ερντογάν έχει άμεσο συμφέρον: από πλοία μέχρι στρατιωτικά οχήματα και αεροσκάφη. Στο επίπεδο του ναυτικού, η Τουρκία θα αξιοποιήσει το ναυπηγείο την Κωνσταντινούπολης και εκείνο του Golcuk. Μάλιστα ήδη έχουν αποκλειστεί για να φέρουν εις πέρας συμβόλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων ναυπηγώντας πολεμικά πλοία και υποβρύχια για χώρες όπως το Πακιστάν, η Ινδονησία και η Σαουδική Αραβία. Η Aselsan, η βιομηχανία αμυντικών ηλεκτρονικών συστημάτων της Τουρκίας ήδη εξάγει τα προϊόντα της σε περισσότερες από 60 χώρες. Η αυτοκινητοβιομηχανία Nurol, που κατασκευάζει στρατιωτικά οχήματα, μέσα σε 4 χρόνια είδε τις πωλήσεις της να αυξάνονται κατά 20%. Και οι δυο εταιρείες, μαζί με άλλες μικρότερες, αξιοποιούν αυτή την στάση της τουρκικής κυβέρνησης και βάζουν ποικιλία στους καταλόγους τους. 
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο κύριος αγοραστής τους θα είναι πάντα η τουρκική κυβέρνηση. Η ναυπηγική εταιρεία Sedef για παράδειγμα, χτίζει αυτή την περίοδο το πρώτο αμφίβιο επιθετικό πλοίο για το τουρκικό ναυτικό. Αυτό το σκάφος αναμένεται να αποτελέσει τα θεμέλια για το σχέδιο του Ερντογάν να κατασκευάσει αεροπλανοφόρο. Άλλες εταιρείες αεροναυπηγικής, όπως η Turkish Aerospace Industries, αυξάνουν τους ρυθμούς τους για να κατασκευάσουν νέα πρωτότυπα drones, καθώς η εισαγωγή μιας τέτοιας τεχνολογίας από το εξωτερικό απέτυχε. Στον ίδιο κατάλογο, υπάρχουν τάνκς, ελικόπτερα και πολυάριθμα άλλα εξοπλιστικά προγράμματα. 
Η Τουρκία έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για να χτίσει μια εγχώρια αμυντική βιομηχανία με σκοπό να ενισχύσει το στρατό της για να ικανοποιήσει εδαφικά συμφέροντα, σύμφωνα με το stratfor. Από το 2002, ο ρυθμός με τον οποίο η συγκεκριμένη βιομηχανία ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που θέτει η Άγκυρα ανήλθε από το 24% στο 64% και ακόμη αυξάνεται. Όμως κατά τους αναλυτές ακόμη η επάρκεια δεν έχει επιτευχθεί και η Τουρκία παραμένει εξαρτημένη από τεχνολογία του εξωτερικού.


Δημοσίευση σχολίου

Start typing and press Enter to search