Δεν είναι τα μόνα, δεν είναι ισόβαρα, δεν είναι καν όλα σοβαρά. Αλλά αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που απασχολούν, με σειρά χρονικής εμφάνισης, τις τελευταίες 10 μέρες την ελληνική «δημόσια σφαίρα». Στο βαθμό που την καθρεφτίζει το «ελληνικό Facebook» (το ποσό αντιπροσωπευτικό είναι αυτό το είδωλο αποτελεί μια πολύ μεγάλη -και μάλλον ατελέσφορη- κουβέντα).
Λείπει ένα. Ερώτημα.
Έχοντας πια μέχρι κι ο τελευταίος «σοκαρισμένος από την καφρίλα» αποδεχθεί ότι τα σόσιαλ μίντια είναι εκεί ως βαλβίδα προσωπικής, άρα και κοινωνικής, εκτόνωσης όπου μπορούμε ανέξοδα να ξεσπάμε και να γράφουμε ό,τι μας κατέβει, πόσοι θα έλεγαν τα ίδια πράγματα με αυτά που γράφουν στην κανονική ζωή; Στο καφενείο, σε μια οικιακή μάζωξη, στο κουζινάκι του γραφείου;

Το filter bubble, λοιπόν. Η επάρατη επικοινωνιακή νόσος της εποχής μας. Σόρυ, αλλά δεν βρίσκω ικανοποιητική απόδοση του όρου στα ελληνικά, σύμφωνα με τον επινοητή του Eli Pariser είναι «το πλαίσιο που οι χρήστες των σόσιαλ μίντια επιλέγουν λιγότερη έκθεση σε συγκρουόμενες, με τη δική τους, απόψεις κι απομονώνονται πνευματικά στην δική τους φούσκα πληροφορίας». Κοινώς, μετά από μια δεκαετία στο Facebook, βρήκαμε έναν τρόπο να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα. Την αγνοοούμε και φτιάχνουμε τη δική μας. Στην οποία χωράνε μόνο όσοι συμφωνούν μαζί μας. Το block, το hide, το unfriend είναι εκεί περιμένουν να πατηθούν. Το «ζει στον κόσμο του» δεν είναι πια επιτιμητικό. Είναι ζητούμενο, επιλογή. Κι ο «κόσμος» είναι αυτό που ορίζουν οι 15-30-50 κοντινότερες επαφές μας.

Το filter bubble για κάποιους είναι ανακουφιστικό. Τους εξασφαλίζει την ψυχική τους ηρεμία, κρατάει κλειστή την πόρτα του μυαλού τους από απόψεις που τους χαλάνε τη μακαριότητα. Είναι λίγο σαν το «δεν βλέπω ειδήσεις, γιατί με μιζεριάζουν» που λεγόταν τότε που ακόμα «η ζωή ήταν πολύ μικρή για να είναι θλιβερή». Άλλωστε και το hate reading είναι εξόχως εθιστικό, το να ρουφάς καθημερινά το δηλητήριο σου είναι για κάποιους κινητήρια δύναμη.
Όμως τίποτα δε συγκρίνεται με το τριπακι του να νιώσεις influencer, έστω και περιορισμένου βεληνεκούς. Να αποθεωνεται κάθε άποψή σου. Όσο πιο συνθηματολογική, τόσο καλύτερα. Όσο πιο ακραία, τόσα περισσότερα likes.
Το 44% χρηστών του Facebook άλλωστε κάνει τουλάχιστον 1 φορά την ημέρα like σε μια οποιαδήποτε ανάρτηση, το 29% περισσότερες από 1 φορές – γιατί να μην είναι στο δικό σου post;
Γιατί να μη νιώσεις το μεθύσι του viral; Μα γιατί, επειδή κι αυτή η κουβέντα έχει ανοίξει για τα καλά, όταν «σπάς τη σιωπή σου» κάθε 20 λεπτά δεν το κάνεις για την ελευθερία της έκφρασης που σου δίνει το αδούλωτο διαδίκτυο, αλλά για την άμεση ικανοποίηση του engagement. Συναίσθημα που ενεργοποιεί τους ίδιους νευρώνες με το σεξ, όπως λέει η ίδια τετριμμένη έρευνα που έχουμε όλοι διαβάσει.
Κι εκεί, όταν μιλάμε για θέματα επικαιρότητας, φυτρώνουν οι συμψηφισμοί. Η ατέρμονη σχετικοποίηση. Η αδυναμία να δούμε κάθε ζήτημα ξεχωριστά, χωρίς να το συνδέουμε με ότι μας βολεύει. Η απόλυτη επικράτηση ενός επιλεκτικού θυμικού επί των αρχών. Τρία κλικ μακριά από ένα σχόλιο για τον Παπαδήμο ή τον Μητσοτάκη έχουμε φτάσει στον Βελουχιώτη, τον Καποδίστρια, τη Βενεζουέλα, σήμερα ας πούμε δεν είναι μια καλή ευκαιρία να συζητήσουμε για το Νοριέγκα, τη CIA και τον Ρίγκαν; Και, συνήθως, για να είμαστε δίκαιοι σε αυτό το παιχνίδι δεν πρωταγωνιστούν οι σταρ των σόσιαλ, αλλά άνθρωποι που είχαν ή έχουν πρόσβαση στα παραδοσιακά μίντια όπως δημοσιογράφοι, συγγραφείς, «επαγγελματίες γνωμοδοτούντες» που απλά εκεί απασφαλίζουν.

«Θα τον κρίνει η Ιστορία». Είναι το δημοσιογραφικό κλισέ που διαχρονικά βγάζει από την δύσκολη θέση όταν το πρόσωπο είναι αμφιλεγόμενο. Από μόνο του –το κλισέ- υποταγμένο στην αυθεντία εκείνου που αναλαμβάνει να την γράψει -την Ιστορία- και φυσικά εντελώς άκυρο σε μια εποχή που η πρόσβαση σε πολλές, διαφορετικές και αντικρουόμενες «πηγές» κι «ερμηνείες» είναι η ευχή και η κατάρα της. 
Για κάποιους ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν ο πολιτικός που είπε σκληρές αλήθειες και αν δεν είχε πέσει το 1993, η Ελλάδα θα ήταν μια διαφορετική, καλύτερη, πιο μοντέρνα χώρα πολύ μακριά από τα βράχια της σημερινής περιόδου.. Μέχρι να πεταχθούν οι απέναντι και να σημειώσουν ότι υπήρξε κατ’ εξοχήν εκφραστής της οικογενειοκρατίας και του πελατειακού κράτους, με πολλές σκοτεινές κουκκίδες στον πολιτικό του βίο από την Αποστασία μέχρι τον Τεμπονέρα.
Για κάποιους, ο Λουκάς Παπαδήμος ήταν ο σεμνός τεχνοκράτης – σοβαρός κύριος που, περισσότερο από κυβέρνησε, διοίκησε τη χώρα σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο, την κράτησε στην Ευρώπη και της εξασφάλισε λίγο ακόμα οξυγόνο σε μια εποχή που είχε στερέψει επικίνδυνα. Μέχρι να πεταχθούν οι απέναντι και να υπενθυμίσουν ότι διορίστηκε μετά από ένα light πραξικόπημα που ανέτρεψε τον ΓΑΠ, βάθυνε το πηγάδι της Κρίσης με το PSI και προσωποποίησε τη νεοφιλελεύθερη ονείρωξη της Μη Εναλλακτικής.
Και για τους δύο έχουμε κάνει ήδη ταμείο, ο καθένας με βάση την ιδεολογική του τοποθέτηση. Κανείς, ευτυχώς πια, δεν μπορεί να επιβάλλει μια ενιαία αφήγηση αγιοποίησης ή μηδενικής αμφισβήτησης. Κανείς ευτυχώς δεν μπορεί να ρίξει «Μαύρο στο Facebook» όπως ζητάνε φιλοευρωπαϊκές τηλεοπτικές εκπομπές. Και κανείς δεν μπορεί να ασκήσει σοβαρή κριτική πανηγυρίζοντας για βόμβες, πυροβολώντας δηλαδή τον αγγελιόφορο μπας κι έχει κανά like το δέμα που κουβαλάει…


Παναγιώτης Μένεγος/popaganda.gr