Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Έτσι έζησαν οι χιλιάδες στις λάσπες της Ειδομένης

Του Κώστα Καντούρη
Φωτ.: Αλέξανδρος Αβραμίδης

Ειδομένη 26 Μαΐου 2016. Βουνά από κατεστραμμένες σκηνές, κουβέρτες, διάφορα ρούχα και παπούτσια μεταφέρονται από σκαπτικά μηχανήματα. Έχουν περάσει δύο ώρες από τη στιγμή που και ο τελευταίος πρόσφυγας μετακινήθηκε από την περιοχή των ελληνοσκοπιανών συνόρων. Το προσφυγικό χωριό που είχε δημιουργηθεί έχει αδειάσει.
Συμπληρώθηκε ένας χρόνος από την επιχείρηση εκκένωσης του καταυλισμού – ντροπή για την Ευρώπη. Εκεί όπου χιλιάδες πρόσφυγες ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες, περιμένοντας να γίνει πραγματικότητα το όνειρό τους να φτάσουν στην Ευρώπη και να ξεκινήσουν μια καινούργια ζωή. Στην Ειδομένη οι άνθρωποι απέδειξαν ότι οι αντοχές τους δεν έχουν όρια.
Αυτοί που ξέφυγαν από τις βόμβες των πόλεων της Συρίας και του Ιράκ, διέσχισαν το Αιγαίο χρυσοπληρώνοντας τους σύγχρονους δουλεμπόρους και κινδυνεύοντας οι ίδιοι και τα παιδιά τους στα κύματα, αυτοί, οι οποίοι τελικά έφτασαν μέχρι το “πέρασμα” των συνόρων για να βρουν το ευρωπαϊκό ξέφωτο. Από το ίδιο πέρασμα είχαν διέλθει επί μήνες, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, οι οποίοι τελικά έφτασαν και ζουν στην Ευρώπη. Μακριά από τον πόλεμο και με την ασφάλεια της αναπτυγμένης και δημοκρατικής κοινωνίας.
Σήμερα οι εκτάσεις καλαμποκιών που έχουν καλύψει τα τέσσερα μεγάλα χωράφια της Ειδομένης, έχουν κρύψει τις παιδικές φωνές των προσφυγόπουλων, που ακούγονταν πέρσι τέτοιον καιρό, απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο τον καταυλισμό. Όπως επίσης και τα συνθήματα των οργανωμένων προσφύγων που ολοένα ζητούσαν να ανοίξουν τα σύνορα, άλλοτε φωνάζοντας συνθήματα υπέρ της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ και άλλοτε εναντίον της, θεωρώντας πως τους εξαπάτησε. Η Ειδομένη όπως είναι σήμερα δεν θυμίζει σε τίποτε το τοπίο των χιλιάδων πολύχρωμων σκηνών που ήταν στημένες επί μήνες, “φιλοξενώντας” πρόσφυγες από τη Συρία και το Ιράκ.

Οι βροχές, τα επεισόδια, οι νεκροί
Ο καταυλισμός της Ειδομένης άρχισε ουσιαστικά να μετατρέπεται σε χωριό, όταν οι αρχές της πΓΔΜ, με εντολές άνωθεν κυρίως των χωρών του Βίσεγκραντ, ξεκίνησαν να περιορίζουν τη διέλευση των προσφύγων. Στην αρχή απαγορεύτηκε το πέρασμα των μεταναστών και επιτράπηκε να διέρχονται μόνο πρόσφυγες από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Η απόφαση προκάλεσε εντάσεις μεταξύ των προσφύγων, αλλά και επεισόδια κυρίως Ιρανών, Αλγερινών και Μαροκινών με τη σκοπιανή αστυνομία. Ιρανοί μάλιστα διαμαρτυρόμενοι για τον αποκλεισμό τους έραψαν τα στόματά τους και έκαναν απεργία πείνας και δίψας.
Έτσι ο καταυλισμός της Ειδομένης άρχισε να μεγαλώνει με την εγκατάσταση μεταναστών και τον Αύγουστο του 2015 σημειώνονται οι πρώτες εκρήξεις. Η πολυήμερη παραμονή μεταναστών και οικογενειών τους έχει και τραγικές συνέπειες. Ένας ανήλικος τραυματίστηκε σοβαρά και άλλος ένας σκοτώθηκε λίγες ημέρες αργότερα. Και οι δύο ανέβηκαν στα βαγόνια που είχαν μετατρέψει σε σπίτια τους, αγνοώντας τα καλώδια υπερυψηλής τάσης του ΟΣΕ.
Μέσα σ’ όλα αυτά οι σκοπιανές αρχές, με την οικονομική βοήθεια κυρίως της Ουγγαρίας, έστησαν έναν γιγάντιο φράχτη κατά μήκος των συνόρων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα κύματα προσφύγων και μεταναστών που θα αναζητήσουν άλλα σημεία. Στον φράχτη προστέθηκε στη συνέχεια άλλος ένας, εσωτερικός, ενισχυτικός του πρώτου.
Ο βήμα – βήμα αποκλεισμός του περάσματος συνεχίστηκε στα τέλη του 2016, όταν αποφασίστηκε πάλι από τις αρχές της πΓΔΜ ο αποκλεισμός των προσφύγων από το Αφγανιστάν. Πλέον επιτρεπόταν μόνον στους Σύρους και στους Ιρακινούς η διέλευση και σ’ αυτούς με πιο αργούς ρυθμούς απ’ ότι του καλοκαιριού. Τον αποκλεισμό ακολούθησαν διάφορα γραφειοκρατικά εμπόδια, που είχαν να κάνουν με δηλώσεις των προσφύγων για τις χώρες προορισμού, τα έγγραφα και από ποια πόλη κατάγονται και τέτοια. Σε κάποιους έλεγαν ότι τα έγγραφά τους είναι πλαστά επειδή στα νησιά είχαν υπογραφές με μπλε μελάνη και στην Ειδομένη οι αστυνομικοί υπέγραψαν με μαύρη μελάνη. Την ίδια ώρα η φρούρηση του περάσματος, από την πλευρά των Σκοπίων ενισχύεται με αστυνομικούς από τη Σερβία, τη Σλοβακία, την Κροατία και την Αυστρία.

Ο αποκλεισμός και η απόγνωση
Η διέλευση μέρα με τη μέρα περιορίστηκε σημαντικά και επιτρεπόταν σε ελάχιστο αριθμό και τελικά τα σύνορα έκλεισαν οριστικά. Ήταν στις 7 Μαρτίου 2016, όταν η περιοχή της Ειδομένης μπορεί να μετρούσε και 13.000 πρόσφυγες σε σκηνές που είχαν στηθεί. Ήταν τα καραβάνια που έρχονταν από τα νησιά, όμως εγκλωβίζονταν στον καταυλισμό. Οι συνθήκες γίνονταν όλο και πιο τραγικές. Η βροχή και η έλλειψη συνθηκών υγιεινής, παρά τις προσπάθειες που γίνονταν σε καθημερινή βάση, ενίσχυαν την ένταση. Η Ειδομένη μετά τις βροχές των πρώτων ημερών της άνοιξης είχε μετατραπεί σε έναν βάλτο και ταυτόχρονα οι εικόνες ντροπής μεταδίδονταν από τα ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, πλήττοντας την εικόνα της δημοκρατικής Ευρώπης.
“Η Ειδομένη έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο, λόγω του σημείου στο οποίο βρίσκεται. Δεν ήταν προορισμός των προσφύγων, οι άνθρωποι ήθελαν να φύγουν”, σχολιάζει στη “ΜτΚ” έναν χρόνο μετά την εκκένωση του καταυλισμού η πρόεδρος της τοπικής κοινότητας του δήμου Παιονίας, Ξανθούλα Σουπλή. “Αυτό που μου έχει μείνει είναι οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης αυτών των ανθρώπων, αλλά και ότι δεν έχαναν την ελπίδα τους για καλύτερη ζωή, ακόμη και όταν έβλεπαν τον φράχτη να ορθώνεται μπροστά τους”.
Οι κινήσεις απόγνωσης των εγκλωβισμένων στην Ειδομένη διαδέχονταν η μία την άλλη. Εκτός από τις καθημερινές διαμαρτυρίες πίστευαν όποια πληροφορία κυκλοφορούσε μεταξύ τους. Όπως και τη διάδοση ότι υπάρχει πέρασμα, κοντά στο Χημηλό, σε απόσταση 20 χιλιομέτρων από την Ειδομένη, όπου επιτρέπεται η είσοδος στο γειτονικό κράτος. Χιλιάδες πρόσφυγες, κρατώντας τα μωρά τους στην αγκαλιά άρχισαν να χαμογελούν. Να περπατούν χιλιόμετρα στις λάσπες και να διέρχονται ένα ρέμα που είχε φουσκώσει με κίνδυνο τη ζωή τους. Συνέπεια ήταν την επόμενη ημέρα να συλληφθούν όλοι στην πΓΔΜ και να προωθηθούν παράνομα από τις σκοπιανές αρχές στην Ελλάδα. Πολλοί απ’ αυτούς τραυματισμένοι από ξυλοδαρμούς των αρχών του γειτονικού κράτους.
Το σημείο του κεντρικού δρόμου του καταυλισμού που ενώνεται με τις γραμμές του τρένου, μετατρέπεται στο σημείο μηδέν των προσφύγων. Εκεί αποκλείουν τη διέλευση του τρένου, πιστεύοντας πως έτσι θα πιέσουν για το άνοιγμα των συνόρων. Εκεί ένας πρόσφυγας θα αυτοπυρποληθεί και θα μεταφερθεί σοβαρά τραυματισμένος και από εκεί θα οργανωθούν οι πρόσφυγες που συγκρούονταν επί μέρες με τη σκοπιανή αστυνομία. Τότε που οι γειτονικές αρχές είχαν πνίξει την Ειδομένη στα δακρυγόνα και δεν δίσταζαν να χτυπούν μέχρι και παιδιά με πλαστικές σφαίρες.

Πρόσφυγες που ακόμη περιμένουν να φύγουν από την Ελλάδα μιλούν στη “ΜτΚ”

“Δεν θέλουμε να θυμόμαστε την Ειδομένη”

“Οι μνήμες που έχω είναι πολύ κακές. Δεν θέλω να θυμάμαι την Ειδομένη. Τις μεγάλες σκηνές όπου κοιμόμασταν όλοι μαζί, το φαγητό που δεν ήταν καλό, το μπάνιο που δεν μπορούσαμε να κάνουμε, αφού ήταν παγωμένο το νερό τον χειμώνα. Τώρα τουλάχιστον είμαστε πολύ καλύτερα”. Η 18χρονη Νουρ από τη Συρία είναι μία από τους χιλιάδες πρόσφυγες που έμειναν για διάστημα πέντε μηνών στην Ειδομένη.
Είχε φύγει νωρίτερα, πριν εκκενωθεί ο καταυλισμός, όταν η οικογένειά της αντιλήφθηκε πως δεν υπάρχει περίπτωση να ανοίξουν τα σύνορα. Σήμερα η ίδια με τη μητέρα και τις δύο αδερφές της, περιμένουν την αναχώρησή τους για τη Γερμανία, όπου ζει ο πατέρας και ο αδερφός της. Η διαδικασία έχει εγκριθεί και το μόνο που περιμένει είναι τα εισιτήρια.
“Ηταν περίεργα εκεί. Ξέρετε δεν ήταν κάτι επίσημο, ο κόσμος δεν ήξερε τι να περιμένει όταν έκλεισαν τα σύνορα. Πίστευαν τον καθένα και ό,τι τους έλεγε”, περιέγραψε στη “ΜτΚ”. Σήμερα η οικογένεια ζει σε ένα κέντρο φιλοξενίας στην πρωτεύουσα και είναι ικανοποιημένη. “Όλα είναι πολύ καλύτερα, απλώς περιμένουμε να φύγουμε, όπως και πολλοί άλλοι πρόσφυγες. Έχουν εγκριθεί όλα, απλώς περιμένουμε το τελικό πράσινο φως”, κατέληξε.
Ο 42χρονος Σάλεμ, από το Ιράκ, με τη σύζυγο και τα τέσσερα παιδιά τους, ζουν σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, περιμένοντας και αυτοί πότε θα εγκριθεί η μετεγκατάστασή τους στην Ευρώπη. “Είχαμε φύγει από την Ειδομένη λίγες ημέρες πριν αδειάσει από την αστυνομία. Ήταν πολύ δύσκολα εκεί, οι σκηνές, η βροχή, το κρύο, οι φασαρίες κάθε μέρα, καλύτερα να μην θυμάμαι τι έγινε”, είπε. Αρχικά εγκαταστάθηκε στο κέντρο φιλοξενίας της Πέτρας Ολύμπου, ως Γιεζίντι που είναι και στη συνέχεια στην Αθήνα, όπου φιλοξενείται σε διαμέρισμα που πληρώνει η Ύπατη Αρμοστεία. “Μας δίνουν 90 ευρώ το άτομο τον μήνα, αλλά είναι δύσκολο να τα βγάλουμε πέρα. Αναγκάζομαι να ζητάω χρήματα από φίλους μου και να με βοηθούν”, ανέφερε.
Όπως είπε, πέρασαν επτά μήνες από την ώρα που ο ίδιος και η οικογένειά του πέρασαν από τη διαδικασία της συνέντευξης για να ξεκινήσει η μετεγκατάστασή του στην Ευρώπη. “Περιμένουμε σχεδόν επτά μήνες, δεν έχουμε καμία απάντηση. Εμείς θα θέλαμε να εγκατασταθούμε στη Γερμανία, αλλά δεν ξέρω σε ποια χώρα θα καταλήξουμε, όπου μας πάρουν, πάντως καθυστερούν πολύ”, ανέφερε.

Προσπαθούν να περάσουν από τις τρύπες του φράχτη

“Ξεκουράζομαι δύο ημέρες και στη συνέχεια προσπαθώ πάλι να περάσω τα σύνορα, έχω φτάσει μέχρι τα σύνορα του Κοσσόβου, αλλά με γύρισαν πίσω”. Ένας νεαρός Αλγερινός, που βρήκε καταφύγιο σε ένα τρένο του εμπορευματικού σταθμού της Διαλογής περιέγραψε στη “ΜτΚ” πως αρκετοί ομοεθνείς του, όπως και άλλοι μετανάστες επιδιώκουν να περάσουν τα ελληνοσκοπιανά σύνορα και να συνεχίσουν το ταξίδι τους μέχρι να φτάσουν στη Σερβία.
Οι περισσότεροι, καθώς κινούνται μόνοι τους και δεν έχουν χρήματα να πληρώσουν διακινητές, συλλαμβάνονται γρήγορα από τις ελληνικές ή σκοπιανές αρχές και επαναπροωθούνται στη Θεσσαλονίκη, όταν έχουν έγγραφα νόμιμης παραμονής. Πλέον όμως και ο αριθμός των μεταναστών που έχουν μείνει στην Ελλάδα και προσπαθούν να διασχίσουν τα περάσματα της Ειδομένης, έχει μειωθεί. Αμέσως μετά την επιχείρηση εκκένωσης της Ειδομένης, που άρχισε στις 24 και ολοκληρώθηκε στις 26 Μαΐου 2016 με τη μετακίνηση με λεωφορεία περίπου 4.000 προσφύγων, αρκετοί πρόσφυγες από τα κέντρα φιλοξενίας όπως και από άλλα σημεία όπου ζούσαν, προσπαθούσαν να περάσουν από τις τρύπες του φράχτη των Σκοπιανών. Ενδεικτικό είναι ότι τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2016 καταγράφηκαν από την αστυνομία έως 2.000 πρόσφυγες τον μήνα που είτε προσπαθούσαν να φύγουν, είτε τους επαναπροωθούσαν οι Σκοπιανοί. Όλοι τους με λεωφορεία οδηγούνταν πάλι σε κέντρα φιλοξενίας. Σήμερα ο αριθμός αυτός έχει περιοριστεί σε… 20 την ημέρα. Επιπρόσθετα, δίπλα στον φράχτη της Ειδομένης, εκτός των ελλήνων αστυνομικών που περιπολούν σε καθημερινή βάση, προστέθηκαν και ευρωπαίοι συνοριοφύλακες του οργανισμού Frontex. Στις περιπολίες τους συμμετέχουν και έλληνες αστυνομικοί. Αυτό που προξένησε εντύπωση είναι πως οι ευρωπαίοι συνοριοφύλακες αναπτύχθηκαν στην Ειδομένη, μήνες αργότερα από την εκκένωση του καταυλισμού, παρά τις περί του αντιθέτου εξαγγελίες τους.


Δημοσίευση σχολίου

Start typing and press Enter to search