Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Οι Τοίχοι της Θεσσαλονίκης Γέμισαν Ξαφνικά με Ιστορίες

Τα murals καλύπτουν κυρίως δημόσια κτίρια, όμως δεν πρόκειται για «έργα της κρίσης».

Τον Μάρτιο του 1998, το θρυλικό graffiti crew Skra Ghetto Boys (SGB) από την Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης βάφει ένα ολόκληρο τρένο του ΟΣΕ στη δυτική πλευρά της πόλης – οι SGB έβαφαν συστηματικά ήδη από το 1991. Η «δουλειά» μένει στο πάνθεον της ελληνικής underground κουλτούρας δρόμου ως The 45 minutes job και αποτελεί έως σήμερα κομβικό σημείο της ιστορίας του graffiti στην Ελλάδα. Εκείνη την εποχή τα περισσότερα ωραία πράγματα γίνονταν νύχτα και παράνομα. Τα επόμενα χρόνια, πολλά ακόμη βαγόνια και τοίχοι στον Βορρά επικαλύφθηκαν με χιλιάδες στρώσεις μπογιάς και η κουλτούρα του δρόμου πέρασε καλές και κακές περιόδους. Σχεδόν πάντοτε, όμως, υπήρχε ένα νεύρο και μια ζωτική αίσθηση ότι στους δρόμους της πόλης παιζόταν ένα συναρπαστικό «Κλέφτες και Αστυνόμοι». Οι καλλιτέχνες με τα σπρέι, παρότι μοιράζονταν όλοι την πικρή βεβαιότητα ότι τα έργα τους ήταν εφήμερα, κρατούσαν άτυπα το ημερολόγιο της πόλης. 
Όλα αυτά δεν είναι ρομαντισμοί και περίπου έτσι ήταν τα πράγματα και στην Αθήνα. Σταδιακά μετά το 2010 άρχισαν να καταγράφονται στην πρωτεύουσα τα πρώτα murals, τοιχογραφίες που κάλυπταν ολόκληρες όψεις κτιρίων, κραυγάζοντας συνήθως ένα μήνυμα κατά των επιπτώσεων της λιτότητας, της μοναξιάς στην τσιμεντένια πόλη, του καταναλωτισμού κλπ. Τα murals της Αθήνας συνδέθηκαν με την ελληνική κρίση και έως σήμερα εικονογραφούν τις ανταποκρίσεις των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Εμβληματικό έργο εκείνης της περιόδου είναι το Praying for us – περισσότερο γνωστό ως «Τα χέρια που προσεύχονται»- ψηλά στην Πειραιώς, κοντά στην Ομόνοια. Η λεπτομέρεια ότι το έργο προέκυψε από τη σύμπραξη μεταξύ του Υπουργείου Περιβάλλοντος και της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών για το πρόγραμμα «Ζωγραφική επί των Τυφλών Όψεων Κτιρίων της Αθήνας» είχε τότε μικρή σημασία.

Τα ξένα μίντια ανέλυσαν τα «γκράφιτι της ελληνικής κρίσης» με κοινωνικο-πολιτικούς όρους και επισήμαναν τη συμβολή των murals στο αστικό τοπίο και το θυμικό της Αθήνας, που προσπαθούσε να αναπνεύσει στη μαυρίλα της κρίσης. «Οι άνθρωποι στην Ελλάδα βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση. Αισθάνονται την ανάγκη να δράσουν, να αντισταθούν και να εκφραστούν» είχε δήλωσε ο καλλιτέχνης INO  στο σχετικό αφιέρωμα των New York Times. Και το γερμανικό Spiegel φιλοξένησε ειδική ανταπόκριση για την τουριστική ξενάγηση στην ελληνική πρωτεύουσα με θέμα το overdose της street κουλτούρας που πυροδότησε η κρίση.

Η graffiti σκηνή της Θεσσαλονίκης

Η Θεσσαλονίκη ακολούθησε. Πολλά χρόνια μετά τη ρομαντική εποχή των SGB και τα ρεσάλτο στα τρένα και τις μάντρες της Καλαμαριάς και του Ευόσμου, η graffiti σκηνή είχε κάπως ατονήσει για μια σειρά από λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Το διαδίκτυο θόλωσε τα όρια της κουλτούρας του δρόμου κι επιπλέον πολλοί νεώτεροι γκραφιτάδες φαίνεται ότι βιάζονταν να καθιερωθούν, χάνοντας όμως σε ποιότητα και επιδραστικότητα. Μετά το 2010 η κρίση γονάτισε τη Θεσσαλονίκη και αντί αυτό να δημιουργήσει αντίρροπες εξωστρεφείς καλλιτεχνικές δυνάμεις, λειτούργησε αντίθετα – ποιος ξέρει, μπορεί να μην είχε στρωθεί σωστά ο δρόμος από τους προηγούμενους.
Δειλά στην αρχή άρχισαν να γίνονται τα πρώτα murals και στον Βορρά. Ένα από τα πρώτα –ή που τουλάχιστον εντοπίστηκε πρώτο από τα μίντια– βρίσκεται στις φοιτητικές εστίες και απεικονίζει έναν αρχαιοελληνικό ναό με κίονες από ευρώ να καταρρέει. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν είναι το καλύτερο, αποτελεί όμως μέχρι σήμερα το μοναδικό mural με πολιτικό μήνυμα στη Θεσσαλονίκη. Τα επόμενα χρόνια, μεγάλες τοιχογραφίες δημιουργήθηκαν στο Νοσοκομείο «Ιπποκράτειο», στο Ναβαρίνο, στην Τσιμισκή, στο κτίριο της ΕΡΤ3.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την Αθήνα, τα murals στη Θεσσαλονίκη ήταν εξ αρχής στοχευμένες δημιουργίες σε προσόψεις συνήθως κρατικών κτιρίων. Τα έργα είναι εντυπωσιακά, αλλά δεν είναι αυθόρμητα. Δεν εμπεριέχουν κανένα πολιτικό μήνυμα ούτε έστω το «ξέσπασμα» κάποιου που πνίγεται από την κρίση. Και οι δημιουργοί τους δεν επιδιώκουν να βγάλουν τη γλώσσα σε κανέναν. Τα έργα γίνονται μέρα μεσημέρι και με τη στήριξη κρατικών οργανισμών ή κοινωφελών συλλόγων και εντάσσονται σε οργανωμένες καμπάνιες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης: Το mural στην Τσιμισκή με τη γυναικεία μορφή έγινε με την υποστήριξη της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων και είναι μήνυμα κατά της βίας των γυναικών. Το πρόσφατο στο «Ιπποκράτειο» εντάσσεται στην καμπάνια του Συλλόγου Ασθενών Ήπατος Ελλάδος «Προμηθέας» για την ευαισθητοποίηση γύρω από τη νόσο της Ηπατίτιδας C και αυτό  στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ θίγει το θέμα της δωρεάς ιστών και οργάνων, με πρωτοβουλία του Συλλόγου Νεφροπαθών.
Και είναι αυτό κακό; Φυσικά, όχι. Για να μην υπάρξει κάποια παρανόηση, τα περισσότερα murals στη Θεσσαλονίκη μεταφέρουν σοβαρά κοινωνικά μηνύματα που είναι πάντοτε κρίσιμο να υπενθυμίζονται. Έχουν αισθητική και προφανώς είναι προτιμότερα από έναν γκρίζο τοίχο. Δεν υπάρχει όμως έργο με την αντίστοιχη επίδραση που ασκούν «Τα χέρια που προσεύχονται» στην Ομόνοια κι έπειτα προσπάθησα αρκετά για να φτιάξω τη λίστα με τις τοιχογραφίες στο μυαλό μου. Η Θεσσαλονίκη έχει γεμίσει με murals και αυτό είναι πολύ ωραίο. Δεν πρόκειται, όμως, για «έργα της κρίσης» και ούτε προς το παρόν ορίζουν κανένα αστικό τοπίο.















Κώστας Κουκουμάκας
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αβραμίδης
vice.com

Δημοσίευση σχολίου

Start typing and press Enter to search