Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Πικρή και θεμελιώδης διαφορά μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος

Των Αλέξανδρου Δρίβα και Δημήτρη Τσαϊλά 

Η γειτονική μας χώρα, σε λιγότερο από 20 μέρες θα έχει ένα δημοψήφισμα (πολιτειακού τύπου). Oι εσωτερικοί πολιτικοί συσχετισμοί της Τουρκίας, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την εξωτερική της πολιτική. Mε ταχείς συνειρμούς, μπορούμε εύκολα να σκεφτούμε οτι τόσο η πόλωση που μέρα με τη μέρα γίνεται εντονότερη (μέχρι να φτάσουμε στο δημοψήφισμα) όσο και η επόμενη μέρα –ανεξαρτήτου αποτελέσματος- επηρεάζει την Ελλάδα άμεσα. Είτε το δημοψήφισμα καταλήξει υπέρ του Recep Erdogan, είτε ο τουρκικός λαός θεωρήσει πως το καθεστώς που θα ανακύψει με πιθανή νίκη του «Ναι» στο δημοψήφισμα, θα είναι περαιτέρω αυταρχικό και το απορρίψει, για την Ελλάδα, δε θα υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Γιατί δε θα έχει διαφορά όμως μια πολιτειακή αλλαγή που θα επέλθει είτε ο Σουλτάνος χάσει, είτε κερδίσει το δημοψήφισμα; Γιατί η Ελλάδα δεν πρέπει να κοιτάει ποτέ κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη γειτονική χώρα και να τα συναρτά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Ποια είναι η θεμελιώδης διαφορά που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το πλέγμα σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκία; Πού υπερέχουν τελικά οι γείτονές μας;
Η θεσμική τουρκική εξωτερική πολιτική και η γεωπολιτική της υφή
Η Τουρκία είναι μια χώρα που ενώνει τα Βαλκάνια με τη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Από τον Βορρά προς το Νότο, βρίσκεται ανάμεσα στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και της Εύφορης Ημισελήνου. Αυτή η επιταγή της γεωγραφίας, κάνει την Τουρκία να προσπαθεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε τρεις κόσμους. Στον δυτικό, στον τουρανικό και στον αραβικό-ισλαμικό. Αυτές είναι εν πολλοίς και οι βασικές κατευθύνσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Είτε υπάρχει κεμαλικού τύπου κυβέρνηση, είτε ισλαμική, (ΑΚΡ) μόνο τα ποσοστά επιρροής των τριών συνιστωσών της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αλλάζουν.
Η Άγκυρα έχει μια σταθερή εξωτερική πολιτική, όσο σταθερή μπορεί να είναι, καθώς χαράσσεται σε 3-4 ασταθή γειτονικά περιβάλλοντα (Βαλκάνια, Καύκασος –πλέον και Ουκρανία- και Μέση Ανατολή). Η αστάθεια που έχει στο εγγύς εξωτερικό της να αντιμετωπίσει, μαζί με την εσωτερική της αστάθεια που μπορεί ανά πάσα στιγμή να λάβει χώρα (π.χ Κουρδικό Ζήτημα) την αναγκάζουν να υιοθετεί μια σκληρή στάση στην εξωτερική πολιτική. Πίσω όμως από τη σύλληψη της γεωπολιτικής και της θεσμικής της υφής, υπάρχει η στρατηγική κουλτούρα. Ένα σύνολο πεποιθήσεων, ιδεών –χοντρικά- και μεταφυσικών αναζητήσεων των εθνών για το πώς πρέπει να διεκδικούν τη θέση τους στον κόσμο. Με ποιόν τρόπο δηλαδή θα τίθενται προτεραιότητες. Πρόκειται για το «ψυχογράφημα» κάθε σχεδίου που τα κράτη εκπονούν για το εξωτερικό τους.
Η «υπεροπλία» της Τουρκίας
Ο Albert Einstein κάποτε είπε πως «η ζωή είναι σαν το ποδήλατο. Για να μένεις σταθερός, πρέπει συνεχώς να κινείσαι». Καλύτερη αναγωγή στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής, δε θα μπορούσαμε να κάνουμε από αυτήν. Αυτό ακολουθεί σε γενικές γραμμές η Άγκυρα. Πίσω από κάθε κίνηση όμως βρίσκεται ένα πνεύμα και ένας ψυχισμός που επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις που αφορούν την αρένα της διεθνούς κοινότητας.
Η υπεροπλία της Τουρκίας έναντι της χώρας μας, δεν είναι στη σκληρή ισχύ. Αναλογικά, ο ελληνικός στρατός είναι αποδεδειγμένα έτοιμος να αντιμετωπίσει (ακόμη και σήμερα) αποτελεσματικότατα. Μπορεί οι εξοπλισμοί της Τουρκίας να γίνονται με προγραμματισμό και να καλύπτονται και από το εσωτερικό της, μπορεί να σχεδιάζεται ακόμη και πυρηνικό μέλλον για την ίδια (πολύ δύσκολα επιτεύξιμο) όμως υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να γίνει μια ολοκληρωτική επίθεση εναντίον της χώρας μας. Η υπεροπλία, είναι αλλού.
Δύο «μύθοι» με ίδια αφετηρία, ίδια κατάληξη αλλά...με διαφορετική σύλληψη
Όπως είπαμε, η στρατηγική κουλτούρα περιλαμβάνει έννοιες. Εμπεριέχει έναν θρίαμβο του άυλου. Εμπεριέχονται μέσα σε αυτήν, θεωρίες νίκης, τα φαντασιακά μιας κοινωνίας, ολέθρους, παρελθοντικά μεγαλεία (πραγματικά ή φανταστικά).
Η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν βασανιστική. Εξίσου βασανιστική με τη μνήμη των σημερινών Τούρκων και κράτησε έναν ολόκληρο αιώνα. Το Σύνδρομο των Σεβρών, διέπει την τουρκική εξωτερική πολιτική. Στο έργο του, ο J.J Mearsheimer «Η Τραγωδία της Πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων», εξηγεί ότι η επιθετικότητα, είναι εκείνη που λαμβάνει χώρα στις διεθνείς υποθέσεις. Μάλιστα, παρουσιάζει στατιστικά που δείχνουν ότι ο επιτιθέμενος κερδίζει σε ποσοστό >70% και <60%. Η Συνθήκη των Σεβρών, η πορεία των ελληνικών δυνάμεων μέχρι τον Σαγγάρειο (πριν τον όλεθρο αυτής) και τα όσα έγιναν πριν δημιουργηθεί το τουρκικό κράτος, σημάδεψαν την τουρκική στρατηγική κουλτούρα. Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επιτηδευμένη ουδετερότητά της, η Τουρκία απέδειξε πως θα προσπαθήσει να διεκδικήσει ξανά, όσα της πήρε ένας αιώνας σταδιακής διάλυσης (ως Οθωμανική Αυτοκρατορία). Η Τουρκία λοιπόν, έφτιαξε αφηγήματα τα οποία όφειλε να στηρίξει και υλικά (η βάση της ισχύς είναι σαφώς υλική, όμως πριν την ύλη τίθενται στόχοι που απορρέουν από τη στρατηγική κουλτούρα και από τις πραγματικές-φαντασιακές επιδιώξεις).
Αντίθετα, η Ελλάδα «ευνουχίστηκε». Μετά την μεγαλύτερη γεωπολιτική καταστροφή της χιλιετίας, (Άλωση Κωνσταντινούπολης 1453 μ.Χ) ακολούθησε ο ελληνικός «αυτευνουχισμός» με το μίσος για τη «Μεγάλη Ιδέα». Η Μικρασιατική Καταστροφή, έγινε σύνδρομο με παθητικές συνέπειες για την Ελλάδα. Δεν κατηγορήθηκε και δεν ψέχθηκε ποτέ ο σχεδιασμός. Συλλήβδην, υιοθετήθηκε μια βλασφημία για κάθε μεγάλη ελπίδα, για κάθε όραμα του Έθνους. Συκοφαντήθηκαν όλες οι «Μεγάλες Ιδέες» ως υπεύθυνες για τις καταστροφές. Σε μια επιχείρηση, θα σας βλασφημούσαν τη θέληση για κατάκτηση της αγοράς. Σε ατομικό επίπεδο, θα σας βλασφημούσαν τη θέληση για πρόοδο.
Πριν την αποτροπή, πριν το σχεδιασμό της νέας εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας, πρέπει να κάνουμε μια «ύπνωση» και να βελτιώσουμε το εθνικό μας ψυχογράφημα. Η δική μας αντιμετώπιση (αναφορικά με το μεγάλο μας τραύμα) διαφέρει πολύ από την αντίστοιχη της Τουρκίας. Η Τουρκία η σημερινή έχει παράξει αφηγήματα που δεν μπορεί να καταναλώσει. Αυτό, φαίνεται από τις διπλωματικές και στρατιωτικές της ήττες. Ωστόσο, φταίει η υλοποίηση των όσων επιτάσσουν οι ιδέες και όχι οι ιδέες καθαυτές. Έτσι, η Ελλάδα χρειάζεται ένα μεγάλο όραμα που θα συνδέει τη γεωγραφία της, τις ανάγκες της, την ιστορία της με το παρόν και το συνεχώς διαμορφούμενο μέλλον. Πρώτα λοιπόν, οφείλουμε να «συγχωρέσουμε» τις αποτυχίες της ιστορικής μας πορείας μέσα στους αιώνες, να τις αξιολογήσουμε και να μάθουμε από αυτές και όχι να τις καταστρέψουμε.

ΥΓ: «Σας εξορκίζω στην αγάπη μου και στην ελπίδα μου, μην πετάξετε τον ήρωα που έχετε μέσα σας».
Φρίντριχ Νίτσε, Τάδε Έφη Ζαρατούστρα.

Δημοσίευση σχολίου

Start typing and press Enter to search