Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Η ελληνική συνείδηση της ελευθερίας και το 1821


Της Ελένης Μανιωράκη-Ζωιδάκη*

Ελευθερία, μια λέξη κενή, που η ελληνική φιλοσοφία, τη γέμισε με νόημα και περιεχόμενο. Ελευθερία, το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου, που το ελληνικό δαιμόνιο το ύψωσε σε πρώτη αξία, σε πρώτιστο αγαθό, γι’ αυτό κι οι αγώνες του γι’ αυτό  νοηματοδοτούν ολόκληρη την ιστορική του πορεία. Η ελευθερία που γέννησε η Ελλάδα   βύζαξε το γάλα της, αλλά τις ρίζες της τις πότισε το αίμα των παιδιών της.
Αν άνθρωπος ονομάζεται το ον που τοποθετεί πάνω από την ύπαρξή του κάποιο θεό, Έλληνας ονομάζεται ο άνθρωπος που τοποθετεί πάνω απ’ όλα την ελευθερία. «Το μισό της αρετής η σκλαβιά το αφαιρεί» είπε ο μεγάλος μας παππούς ο Όμηρος και ο Έλληνας δεν ζει χωρίς αρετή και αξιοπρέπεια γι’ αυτό πάλαιψε με αυταπάρνηση για να κρατήσει αλώβητη την έννοια   κάθε είδους  ελευθερίας. Η συνείδηση αυτή περί ελευθερίας και οι ηρωισμοί για την κατάκτηση και τη διατήρησή της κάνανε συνώνυμες τις έννοιες Ελληνισμός και ελευθερία.
Όλοι οι αγώνες των Ελλήνων από τα πανάρχαια χρόνια είχαν κάτι το θεϊκό, το υπερβατικό, το ανερμήνευτο, είχαν το δικό τους νόημα, αλλά ο αγώνας τους για την αποτίναξη του αβάστακτου ζυγού τετρακοσίων ολόκληρων χρόνων έχει τη δική του ιδιαιτερότητα.  Η συγκρότηση της κοινωνίας με την τωρινή της μορφή στον χώρο προπαντός της χερσαίας Ελλάδος ήταν ανύπαρκτη. Επομένως ο λαός με τον εθνικό του ξεσηκωμό επιζητούσε την ανάκτηση της ελευθερία του γένους αλλά και την ανάκτηση της γης που ανήκε στον Τούρκο δυνάστη και στους προύχοντες Έλληνες. 
Τα σενάρια που εμφανίζουν τους ανώτατους κληρικούς και τους κοτζαμπάσηδες να είναι οι πρωτεργάτες του ξεσηκωμού του γένους είναι αβάσιμα. Ο αγώνας ανήκει ολοκληρωτικά στον ενωμένο λαό των ταλαιπωρημένων Ελλήνων. Οι  φιλότουρκοι  κοτζαμπάσηδες απέβλεπαν την αύξηση των τσιφλικιών τους κι ο  ανώτατος κλήρος δεν επιθυμούσε την επανάσταση. 
Αυτοί τα είχαν όλα και εξουσίες και πλούτη. Τι λόγο θα είχαν να επαναστατήσουν. Εξάλλου  οι αφορισμοί εναντίον της επανάστασης δεν διαψεύδονται, απλά δικαιολογούνται. Ο Γρηγόριος ο Ε’ δεν ήταν αυτός αφόρισε την έναρξη της ελληνικής επαναστάσεως; 
Από τις εθνοσωτήριες αρχές του Ρήγα Φεραίου που σαν νέος Τυρταίος ανατάραξε το  ναρκωμένο  ένστικτο  του έθνους, ξεπετάχτηκε  ο ζηλευτός ανθός της Φιλικής Εταιρίας, που εντάσσοντας τους Φαναριώτες μέσα στις τάξεις της κατόρθωσε να ξυπνήσει στη στραπατσαρισμένη προσωπικότητα του ραγιά, τον χρόνιο πόθο του για ελευθερία. Γιατί συνείδηση ελληνικότητας σημαίνει συνείδηση ιστορικότητας και προπαντός συνείδηση  της  πολιτισμικής  ταυτότητας. Οι Έλληνες που έγιναν Γραικοί, Ρωμιοί, Βυζαντινοί, Γκιαούρηδες, ραγιάδες, χάσανε πολλά, αλλά δεν  κόπηκε « ο ομφάλιος λώρος» από το προγονικές αξίες και ιδανικά. Κι έτσι  ήταν σίγουροι ότι από τα υλικά του κατεδαφισμένου ελληνικού έθνους θα ξανάκτιζαν  έναν καινούριο. 
 Ο πόθος  που συσσωρευόταν στις καρδιές των σκλάβων 400 χρόνια, βουνό ολόκληρο από πυρίτιδα καρτερούσε μια σπίθα για να εκραγεί να γίνει  ηφαίστειο, καταποτήρας  και να εξαφανίσει  τα μαύρα σκοτάδια της πολύχρονης σκλαβιάς του. 
Γατί ο ραγιάς που κουβαλούσε μέσα του το σπέρμα της ελευθερίας δεν άντεχε άλλο την ταπείνωση, τις ατιμώσεις, την καταρράκωση της εθνικής του αξιοπρέπειας, τη βεβήλωση των ιερών του, το πηκτό σκοτάδι της αμορφωσιάς αυτός που  με το φως  το ελληνικό  σκόρπισε τα σκοτάδια του κόσμου.
Κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου ο σκλάβος λαός όρθωσε το ανάστημά του, άφησε την αγανάκτησή του να γίνει πάθος, φλόγα, δύναμη. 
Ήταν μικρό το πλήθος κι άτακτο και φτωχό κι ανίσχυρο, αλλά «η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα  μετριέται και με το αίμα”  μας λέει ο μέγας Παλαμάς. 
Κι  η γεμάτη παλμό και μεγαλείο κραυγή των ραγιάδων «ελευθερία ή θάνατος» εναρμονισμένη με την προσταγή των Μαραθωνομάχων «ίτε παίδες Ελλήνων» γλίστρησε  από βουνά και  λαγκάδια κι έγινε το μεγάλο σύνθημα κι έγινε το μεγάλο τραγούδι που ακόνισε το σπαθί της Ελληνίδας λευτεριάς, για να τη γνωρίζουν έπειτα στους αιώνες οι γενιές «από την κόψη του σπαθιού την τρομερή» συνδυασμένη με την «όψη που με βια μετράει τη γη». Αυτήν την όψη που όμοια της δεν βρέθηκε άλλος λαός να δώσει στη δική του λευτεριά. 
Ο απόηχος αυτής της κραυγής έβγαλε από το λήθαργο τον αιώνες κοιμισμένο ραγιά. Ξύπνησε  τον λανθάνον όραμα της ελευθερίας, που μοναχή τον δρόμο πήρε και ξανάρθε μοναχή, να ζώνεται το σπαθί της και να ορμά από τον Μοριά με Κολοκοτρώνηδες και Παπαφλέσσηδες, από τη Ρούμελη με Καραϊσκάκηδες και Ανδρούτσους, από τα νησιά με μπουρλοτιέρηδες Μιαούληδες και Κανάρηδες και με φιλέλληνες  για να ξαναστήσει στο θρόνο της  καταματωμένη μα αθάνατη την  Ελληνίδα κόρη, στη χώρα που τη γέννησε την ανάθρεψε και τη  διέδωσε σαν  έννοια και σαν ύψιστο αγαθό  στους τότε βάρβαρους κι απολίτιστους  λαούς.
 Η εθνική αυτή  έννοια της ελευθερίας, που ενέπνευσε και δυναμίτισε  τη γενιά του 21 και την έκανε  δοξασμένη και δημιουργό της ιστορίας, πρέπει να εμπνεύσει και τον σημερινό Έλληνα. 
Τον Έλληνα  που βλέπει να θίγεται η εθνική του αξιοπρέπεια, να τρίζουν τα θεμέλια του έθνους που με  κόκκαλα  και  αίμα  θεμελιώθηκε, να γκρεμίζονται από το βάθρο τους οι ήρωες που μέχρι τώρα είχε ως πρότυπα  και αυτός στέκεται απαθής θεατής στην άλωσή του.  Και δεν πρόκειται απλά για μια άμβλυνση του πατριωτικού συναισθήματος, αλλά για έναν πατριωτικό αποχρωματισμό στο όνομα της παγκοσμιοποίησης. Χρειαζόμαστε  ένα θαύμα. 
Αν το «εικοσιένα» έχει διαστάσεις θαύματος, μπορείς να ελπίζεις Έλληνα, τα θαύματα δεν συμβαίνουν μόνο μια φορά. Αλλά «συν Αθηνά και χείρα κίνει».

*Η Ελένη Μανιωράκη-Ζωιδάκη είναι δασκάλα, λογοτέχνης

Δημοσίευση σχολίου

Start typing and press Enter to search